«Για να κάνεις τους ανθρώπους αποίκους σου, να τους υποδουλώσεις και να οικειοποιηθείς τη χώρα τους, πρέπει πρώτα να τους υποβάλεις σε μια διαδικασία απανθρωποποίησης. Η ρητορική και το αφήγημα της απανθρωποποίησης είναι ο ρατσισμός. Χωρίς αυτόν, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ευδοκιμήσει».
Μια συζήτηση της Φραντσίσκα Άλμπρεχτ με τον πρωταθλητή ποδοσφαίρου του 1998 για την καταγωγή, τον ρατσισμό και την υποκρισία της Δύσης
Ο Λιλιάν Τιράμ δεν είναι ένας ποδοσφαιριστής με πολιτική σκέψη – είναι ένας πολιτικός στοχαστής που κάποτε έπαιζε ποδόσφαιρο. Αφότου το 1998 κατέκτησε με την Εθνική Γαλλίας το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, αξιοποιεί τη δημοσιότητά του για εκείνο που, στην πραγματικότητα τον κινεί: την αποκάλυψη του ρατσισμού ως πολιτικού συστήματος που εξυπηρετεί τον καπιταλισμό.
Στα τέλη Μαρτίου του 2026, ο Τιράμ ήρθε στην Αθήνα για να παρουσιάσει την ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Η λευκή σκέψη (La pensée blanche) – με την υποστήριξη του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, το οποίο, για να προβάλει την έκδοση της Λευκής σκέψης, διοργάνωσε το 2022 σειρά ομιλιών σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας. Στο περιθώριο του Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας, η Φραντσίσκα Άλμπρεχτ, αναπληρώτρια διευθύντρια του Τμήματος Πολιτικής Επικοινωνίας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, μίλησε μαζί του για την αμφιλεγόμενη κληρονομιά του 1998, για την υποκρισία της Δύσης όσον αφορά το Μουντιάλ 2026 και για το ερώτημα που διέπει όλη τη σκέψη του Τιράμ: Πώς ξεφεύγεις από ένα σύστημα που φροντίζει να παραμένει αόρατο; Η απάντηση που δίνει είναι απλή αλλά και άβολη.
Η νίκη του 1998 παρουσιάστηκε ως σύμβολο μιας πολυπολιτισμικής κι αδελφωμένης Γαλλίας – μιας ένωσης των «Black-Blanc-Beur».1 Κρίνοντας εκ των υστέρων, επρόκειτο για πραγματικότητα ή για πολιτική ψευδαίσθηση;
Αρχικά, ήταν πραγματικότητα. Στη συνέχεια, έγινε πολιτικό σλόγκαν. Πιστεύω, όμως, ότι αυτή η νίκη αποτέλεσε μια κρίσιμη στιγμή για τον συλλογικό στοχασμό περί ισότητας – ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματος ή τη θρησκεία. Πριν από το 1998, οι σύλλογοι και οι προσωπικότητες που κατήγγελλαν δημόσια τις διάφορες αδικίες είχαν πολύ περιορισμένη προβολή. Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, οι αντιδράσεις τους αυτές θεωρήθηκαν σαφώς πιο θεμιτές. Είναι πολύ βασικό να το κατανοήσουμε αυτό. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι η νίκη δεν έφερε τίποτα, αλλά θα ήταν λάθος. Στη νίκη αυτή οφείλεται εν μέρει η πρόοδος που έχουμε σημειώσει έκτοτε στο θέμα.
Η εκλογή του Μπαλί Μπαγκαγιόκο (Ανυπότακτη Γαλλία [LFI]) ως δημάρχου του Σαιν Ντενί, τον Μάρτιο του 2026, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Πώς είναι δυνατόν να γίνονται σήμερα ακόμα τέτοιου είδους δηλώσεις;
Το 1998 μια τέτοια εκλογή ίσως να μην ήταν καν δυνατή. Αυτό δείχνει ότι η νοοτροπία και οι αντιλήψεις άλλαξαν. Βασικά, οι άνθρωποι που βιώνουν τον ρατσισμό έχουν υιοθετήσει μια άλλη στάση σήμερα: Υψώνουν ανάστημα ενάντια στον ρατσισμό, τον αναλύουν και λένε στους ρατσιστές και στις ρατσίστριες καθαρά και ξάστερα ότι το πρόβλημα είναι δικό τους και όχι εκείνων που υφίστανται τον ρατσισμό. Οι εντάσεις που δημιουργήθηκαν γύρω από το πρόσωπο του δημάρχου είναι διαφωτιστικές, επειδή φανερώνουν αυτό που εγώ θα χαρακτήριζα «μετριότητα του λευκού ναρκισσισμού». Στέλνουν, όμως, και ένα ηχηρό μήνυμα σε νέους ανθρώπους που βιώνουν καθημερινά τον ρατσισμό. Τους λένε: «Συνεχίστε! Μην αφήνετε τον ρατσισμό να σας σταματήσει!» Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι συγκαταλέγονται στους Λευκούς, έχουν κι αυτοί αγανακτήσει από τον ρατσισμό που δέχονται. Υπό μία έννοια, λοιπόν, έχουμε κάνει βήματα προόδου, έχουμε προχωρήσει.
Το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου του 2026 διεξάγεται, μεταξύ άλλων, στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε ένα πολιτικό πλαίσιο άνευ προηγουμένου λόγω της κυβέρνησης Τραμπ. Πώς διοργανώνεται σε τέτοιο πλαίσιο ένα παγκόσμιο αθλητικό γεγονός;
Ιστορικά, μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις ανέκαθεν λάμβαναν χώρα επί των πιο διαφορετικών πολιτικών καθεστώτων. Καμία χώρα δεν μποϊκόταρε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο. Δεν είναι, λοιπόν, κάτι καινούριο. Εκείνο που με εντυπωσιάζει, ωστόσο, είναι η υποκρισία του δυτικού κόσμου. Όταν οι αγώνες διεξάγονται στην Κίνα ή επιλέγεται το Κατάρ ως διοργανώτρια χώρα του Μουντιάλ, ο δυτικός Τύπος περιέρχεται σε κατάσταση τρομερής αναστάτωσης. Με ρώτησαν αν οι παίκτες θα έπρεπε να μποϊκοτάρουν το Παγκόσμιο Κύπελλο. Μα αυτή την απόφαση δεν μπορούν να την πάρουν οι παίκτες ή οι διάφοροι σύλλογοι – αρμόδια εδώ είναι τα έθνη, τα οποία μπορούν να αποφασίσουν να μη στείλουν την ομάδα τους στο Μουντιάλ. Τα ίδια ακριβώς έθνη, τα οποία πουλούσαν όπλα στο Κατάρ, ούτε στιγμή δεν σκέφτηκαν να απόσχουν. Σήμερα, αντιθέτως, δεν γίνεται καμία συζήτηση στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας περί μποϊκοτάζ των ΗΠΑ του Τραμπ. Κι αυτό τα λέει όλα: Η κριτική στάση υιοθετείται επιλεκτικά απέναντι σε συγκεκριμένες χώρες και ποτέ απέναντι σε άλλες. Πρόκειται για κραυγαλέα υποκρισία.
Στο βιβλίο σας Η λευκή σκέψη, που έχει ήδη μεταφραστεί στα γερμανικά και πρόσφατα και στα ελληνικά, περιγράφετε τον ρατσισμό όχι σαν μια προσωπική άποψη, αλλά ως μια πολιτική ιδεολογία η οποία εξυπηρετεί οικονομικά συμφέροντα. Πώς φαίνεται αυτό το σύστημα μέσα από το ποδόσφαιρο;
Το ποδόσφαιρο είναι ένας καθρέφτης της κοινωνίας. Όταν ζει κανείς σε έναν κόσμο ο οποίος κυριαρχείται από τον καπιταλισμό, τότε συναντά τον καπιταλισμό και στο ποδόσφαιρο. Λέμε πάντα ότι νικούν οι ισχυρότεροι, αλλά ποτέ ότι αυτοί είναι οι πλουσιότεροι. Κι όμως, η Μπάγερν Μονάχου κερδίζει το γερμανικό πρωτάθλημα επειδή είναι ο πλουσιότερος σύλλογος της Γερμανίας. Η Παρί Σεν Ζερμέν παίρνει τον τίτλο στη Γαλλία, επειδή είναι ο πλουσιότερος σύλλογος της Γαλλίας. Σήμερα, επενδύουν στο ποδόσφαιρο συνταξιοδοτικά ταμεία, οι αμοιβές εκτοξεύονται στα ύψη, και οι νεαροί παίκτες αξιολογούνται πριν ακόμα από την πρώτη τους εμφάνιση, με βάση την αξία τους στην αγορά. Το ποδόσφαιρο δεν βρίσκεται έξω από αυτόν τον κόσμο, αλλά αναπαράγει τη λογική του κόσμου αυτού.
Ποια είναι η σχέση μεταξύ ρατσισμού και καπιταλισμού;
Ο Εμέ Σεζέρ το διατύπωσε με μεγάλη σαφήνεια: «Δεν υπάρχει αποικιοκρατία χωρίς ρατσισμό». Για να κάνεις τους ανθρώπους αποίκους σου, να τους υποδουλώσεις και να οικειοποιηθείς τη χώρα τους, πρέπει πρώτα να τους υποβάλεις σε μια διαδικασία απανθρωποποίησης. Η ρητορική και το αφήγημα της απανθρωποποίησης είναι ο ρατσισμός. Χωρίς αυτόν, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Κατά την ανάλυση του εθνικοσοσιαλισμού, συχνά λησμονείται ότι τον υποστήριξαν ισχυροί επιχειρηματίες, δεδομένου ότι εκπροσωπούσε τα συμφέροντά τους. Ο ρατσισμός δημιουργεί μια ιεραρχία με βάση τόσο το χρώμα του δέρματος όσο και την ιδιοκτησία. Κι αυτό δεν λέγεται όσο συχνά θα έπρεπε. Γι’ αυτό μιλάω για τον ρατσισμό, προκειμένου να καταστήσω ορατούς τους μηχανισμούς αυτούς και να απευθύνω κάλεσμα για μια πολιτική της αλληλεγγύης. Υπάρχουν άνθρωποι που υπερασπίζουν τα συστήματα αυτά, διότι από αυτά εξαρτώνται τα μεγάλα συμφέροντά τους: λιγότερη ανακατανομή, περισσότερη εξουσία.
Πώς βγαίνει κανείς από αυτό το σύστημα;
Καθιστώντας το ορατό. Μιλώντας για αυτό. Δεν υπάρχει αυτό που αποκαλείται «σύγκρουση των πολιτισμών», επειδή κάθε πολιτισμός είναι αποτέλεσμα συναντήσεων. Αντιθέτως, οι κοινωνικοί και οι ταξικοί αγώνες υπάρχουν, και κατάφεραν να αποκλειστούν από τον δημόσιο λόγο. Ή, μάλλον, ακόμα χειρότερα: Οι άνθρωποι πείστηκαν να αποθεώνουν τους πλουσιότερους. Σήμερα υπάρχουν λίστες κατάταξης των δισεκατομμυριούχων, θαρρείς και η ακραία συσσώρευση πλούτου είναι πράγμα φυσιολογικό, κάτι που αξίζει να επιδιώξει κανείς. Στους φτωχούς έχουν πουλήσει την ιδέα πως θα μπορούσαν να γίνουν πολύ πλούσιοι, και πολλοί το πίστεψαν. Κι αυτό είναι κάτι παραπάνω από ένας απλός μύθος – είναι ο θαυμασμός των πλουσίων. Παλιά, υπήρχε μια επιφύλαξη ως προς την προβολή του πλούτου. Σήμερα, ο πλούτος επιδεικνύεται απροκάλυπτα. Και κανείς δεν αναρωτιέται, δεν εξετάζει κριτικά το χάσμα ανάμεσα στους πολύ πλούσιους και στους πολύ φτωχούς.
Δημιουργήσατε το ίδρυμά σας, το οποίο δραστηριοποιείται στην εκπαίδευση κατά του ρατσισμού, το έτος 2008, όταν ήσασταν ακόμα ποδοσφαιριστής στην Μπαρτσελόνα. Ποιος είναι ο σκοπός του ιδρύματος αυτού;
Έχει σχέση με την προσωπική μου ιστορία. Συνειδητοποίησα ότι όλοι μας τείνουμε μέσα από ένα είδος κλασικής εξαρτημένης μάθησης να αναπαράγουμε συγκεκριμένα πρότυπα σκέψης –όπως τον ρατσισμό, τον σεξισμό ή τον ομοφοβία–, χωρίς καν να το καταλαβαίνουμε. Αυτές οι ιεραρχίες έχουν εδραιωθεί στο πολιτισμικό μας DNA. Η ιδέα που είχα, επομένως, ήταν να δημιουργήσω έναν χώρο για συζητήσεις, ειδικότερα με μαθητές και δασκάλους, προκειμένου να παρακινηθούν προς μια αμφισβήτηση εκείνου που δεν βλέπουν. Όταν είσαι αγόρι, σε ανατρέφουν –συνειδητά ή ασυνείδητα– με τέτοιον τρόπο ώστε να θεωρείς ότι είσαι ανώτερος έναντι των γυναικών. Αν εσύ δεν έχεις επίγνωση αυτού του πράγματος, θα αναπαράγεις τα πρότυπα αυτά, διότι θα σου φαίνονται φυσιολογικά. Το ίδιο ισχύει και για το χρώμα του δέρματος: Ανάλογα με το χρώμα του δέρματός σου, βιώνεις με διαφορετικό τρόπο τον δημόσιο χώρο. Το να το δεις αυτό και να το γνωρίζεις μπορεί να κάνει εφικτή την αλλαγή.
Παρ’ όλα αυτά, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ότι δεν θα αλλάξουν όλοι. Διότι συχνά είναι κανείς ρατσιστής ή σεξιστής από προσωπικό συμφέρον. Όσο συνεχίζουν να υπάρχουν αυτά τα συστήματα, θα εξυπηρετούν κάποιον – και η άσκηση εξουσίας δίνει χαρά. Και καμιά φορά οι καταπιεσμένοι εσωτερικεύουν οι ίδιοι την υποτιθέμενη κατωτερότητά τους ως κάτι το αυτονόητο. Το ίδρυμα αποτελεί μια πρόσκληση να αλλάξουμε οπτική γωνία, να ξεχωρίσουμε τα πράγματα και να ακολουθήσουμε μια πολιτική της αλληλεγγύης.
1 «Μαύροι-Λευκοί-Άραβες»: Σύνθημα που εκφράζει το ιδανικό μιας πολυπολιτισμικής και ενωμένης γαλλικής κοινωνίας. Το σλόγκαν αποτελεί μια έμμεση αναφορά στα χρώματα της γαλλικής σημαίας, μπλε-λευκό-κόκκινο, και εξυμνεί την πολιτιστική ποικιλομορφία. (Σ.τ.Μ.)
