header-image

Βασιλική Κατριβάνου, μέλος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

 

Περίληψη εισήγησης

Ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ αποτελεί το βασικό εργαλείο της πολιτικής της Ευρωπαικής Ένωσης για το άσυλο. Στόχος της πολιτικής αυτής είναι η «αποτροπή» εισόδου πολιτών «τρίτων χωρών», μεταξύ των οποίων και προσώπων που προτίθενται να ζητήσουν προστασία.

Όπως και προγενέστερα η Συνθήκη του Δουβλίνου, ο Κανονισμός σφραγίζει την πολιτική αποτροπής εισόδου και παραμονής πολιτών τρίτων χωρών στο έδαφος της Ε.Ε. Η εφαρμογή του έχει ως αποτέλεσμα, όχι μόνο πολλαπλές παραβιάσεις των δικαιωμάτων όσων ζητούν προστασία στην Ε.Ε., αλλά και την επίταση ανισοτήτων και ανορθολογισμών του συστήματος ασύλου που εφαρμόζουν τα κράτη-μέλη. Κι αυτό γιατί ο Κανονισμός δεν περιλαμβάνει μηχανισμούς που να επιτρέπουν τον καταμερισμό ευθύνης μεταξύ των κρατών μελών, για την προστασία των προσώπων που εισέρχονται σε αυτά, ενώ παντελής είναι η έλλειψη σεβασμού στους οικογενειακούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς δεσμούς των εισερχόμενων.

Η χώρα μας αποτέλεσε και αποτελεί τα τελευταία χρόνια εμβληματική περίπτωση αποτυχίας του μηχανισμού που εισάγει ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ. Η επί σειρά ετών αποτυχία του συστήματος υποδοχής και ασύλου στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με τον «εγκλωβισμό», λόγω του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, μεγάλου αριθμού προσώπων, που έρχονται στην Ελλάδα με σκοπό να μεταβούν σε άλλη χώρα της Ε.Ε., έχει δημιουργήσει μία κατάσταση με τα χαρακτηριστικά ανθρωπιστικής κρίσης. Το «πάγωμα» των επιστροφών, μετά από σύσταση της Ύπατης Αρμοστείας το 2008, αλλά ιδίως μετά την απόφαση MSS κατά Ελλάδας και Βελγίου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, το 2010, έθεσε εκ νέου την ανάγκη της αναθεώρησης του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ προς μία πιο εξορθολογισμένη κατεύθυνση. Τα αποτελέσματα, ωστόσο, δεν ήταν τα αναμενόμενα.

Το αναθεωρημένο σχέδιο του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ εμμένει στην ίδια αποτυχημένη λογική, που εξακολουθεί να παραβιάζει τα δικαιώματα των προσώπων που ζητούν προστασία στην Ευρώπη. Τους στοχοποιεί ως ανεπιθύμητους και αναπαράγει τα ίδια προβλήματα, μεταθέτοντας την ευθύνη στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, σε εποχή μάλιστα μεγάλης οικονομικής κρίσης.

Μία ενιαία πολιτική ασύλου στην Ευρώπη δεν μπορεί παρά να βασίζεται στο σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και, συνεπώς, στην ανάληψη της ευθύνης από τα κράτη μέλη, με δίκαιο καταμερισμό μεταξύ αυτών, για την αποτελεσματικότερη υπεράσπισή τους. Η πρόσβαση στο έδαφος της Ε.Ε. και η χορήγηση προστασίας συνιστά υποχρέωση που δεν επιδέχεται εξαιρέσεις και εκπτώσεις –ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται για πρόσωπα που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις χώρες τους λόγω πολέμων, εμφύλιων συγκρούσεων, διώξεων αλλά και φτώχειας – αιτίες, δηλαδή, για τις οποίες η Ευρώπη έχει σημαντικό μερίδιο ευθύνης.